Οι φυλετικές συζητήσεις αποτελούν συχνά αφορμή για κάποια άτομα να δείξουν την απέχθειά τους για τις άλλες φυλές ή έθνη, χωρίς οι ίδιοι να ενδιαφέρονται πραγματικά για τα φυλετικά ζητήματα. Οι εικόνες ξένων τους δίνουν το έναυσμα να βγάλουν χολή και να ξεθυμάνουν, θεωρώντας τους αλλόφυλους χειρότερους και άσχημους.
Η εχθρότητα και η σεξουαλική απέχθεια προς αλλόφυλους είναι κάτι το τελείως φυσιολογικό. Ειδικά, όσο μεγαλύτερη η φυλετική απόσταση και διαφοροποιηση, τόσο πιο έντονα είναι τα παραπάνω συναισθήματα. Είναι γεγονός ότι οι συγγενείς φυλές θεωρούνται λιγότερο εχθρικές και απεχθείς. Επίσης, το μίσος είναι κάτι πάρα πολύ θετικό, καθώς όπως ορθά γράφει ο Γουσταύος Λε Μπον, "ο ορθολογισμός δημιουργεί την επιστήμη, αλλά το πάθος και ο φανατισμός δημιουργούν τους πολιτισμούς και τις πολιτικές εξουσίες". Αρκεί να κατευθύνεται προς συγκεκριμένη και οργανωμένη δράση.
Η έκφραση μίσους σε συζητήσεις φυλετικής ανθρωπολογίας δεν προσφέρει τίποτα επιπρόσθετο, καθώς η απέχθεια προς τους αλλόφυλους είναι φυσιολογική και υπάρχει ασχέτως φυλετικής μελέτης. Υπήρχε πάντοτε, πριν καν την επιστημονική μελέτη των φυλών, πριν καν την ύπαρξη του πολιτισμού. Συνεπώς η έκφραση της αυτονόητης απέχθειας προς τους αλλόφυλους δεν προσδίδει τίποτα στις φυλετικές συζητήσεις, αν και μερικοί μπορεί να προσπαθούν να ξυπνήσουν τα φυλετικά ένστικτα σε ορισμένους λοβοτομημένους θιασώτες του πολυφυλετισμού.
Τα ξεσπάσματα μίσους θα υπάρχουν πάντα, ασχέτως φυλετικής ανθρωπολογίας. Ωστόσο, αυτό που τρέμουν πραγματικά οι σιωνιστές και οι πολυφυλετιστές, είναι η συστηματική επιστημονική μελέτη των φυλών. Τα επιστημονικά τεκμήρια υπέρ της ύπαρξης φυλών, τελείως διαφορετικών μεταξύ τους, είναι αδιάσειστα και η ανάδειξη αυτής της αυτονόητης αλλά καταπιεσμένης πραγματικότητας αλλάζει τις κοινωνίες. Οι αλλόφυλοι αναγνωρίζονται άμεσα και διαπιστώνεται ο διασπαστικός κοινωνικός τους ρόλος.
Ο κίνδυνος αφύπνισης λόγω της φυλετικής ανθρωπολογίας ήταν αυτός που έκανε τους σιωνιστές, μετά την νίκη τους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να καταργήσουν τις πανεπιστημιακές έδρες ανθρωπολογίας, να κλείσουν τα πολυπληθή ανθρωπολογικά και ευγονικά ερευνητικά κέντρα και να διωχτούν όσοι επιστήμονες εγείρουν φυλετικά ζητήματα. Το αποτέλεσμα ήταν να καταπιεστεί αυτός ο επιστημονικός κλάδος, μόνο και μόνο γιατί αφυπνίζει το λαό και τον κάνει να διαπιστώσει τους βαθύτερους βιολογικούς δεσμούς του και την διαφορά του από τους υπόλοιπους. Αποτελούσε δηλαδή εμπόδιο στην επιβολή της σιωνιστικής παγκοσμιοποίησης και του πολυφυλετισμού.
Για αυτό το λόγο, όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για τη φυλετική ανθρωπολογία, πρέπει να μπορούν να διακρίνουν τους φυλετικούς τύπους σωματικά και ψυχικά. Η απλή εκδήλωση εχθρότητας για τους αλλόφυλους σπανίως προσφέρει κάτι, αλλά αν συνοδεύεται από την επιστημονική τεκμηρίωση που επεξηγεί τους λόγους της διαφορετικότητας ψυχισμού που δημιουργεί συγκρούσεις, τότε το επιχείρημα γίνεται ακαταμάχητο και οι λάτρεις του πολυπολιτισμού το βουλώνουν.